refreshing
ref
ˈrɪf
ριφ
re
rɛ
ρε
shing
ʃɪng
σινγκ
threshingmeshing

Ορισμός και σημασία του "refreshing"στα αγγλικά

refreshing
01

αναζωογονητικός, δυναμωτικός

giving a renewed sense of energy 
refreshing definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most refreshing
συγκριτικός βαθμός
more refreshing
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
sensation, experience, wellbeing
Παραδείγματα
The cold, crisp watermelon was refreshing on a hot summer day. 

Το κρύο, τραγανό καρπούζι ήταν αναζωογονητικό σε μια καυτή καλοκαιρινή μέρα.

02

αναζωογονητικός, δροσιστικός

having a new or pleasant quality 
Παραδείγματα
The manager's refreshing approach to problem-solving surprised the entire staff. 

Η ανανεωτική προσέγγιση του διευθυντή στην επίλυση προβλημάτων εξέπληξε όλο το προσωπικό.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

refreshingly
refreshing
refresh
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store