refrigerated
ref
ˈrɪf
rif
ri
ri
ge
ʤə
ra
reɪ
rei
ted
tɪd
tid

Ορισμός και σημασία του "refrigerated"στα αγγλικά

refrigerated
01

ψυγμένος, διατηρημένος στο κρύο

made or kept cold by refrigeration 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most refrigerated
συγκριτικός βαθμός
more refrigerated
διαβαθμίσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store