Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to refrain
01
απέχω, συγκρατούμαι
to resist or hold back from doing or saying something
Transitive: to refrain from sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
refrain
γ΄ ενικό πρόσωπο
refrains
ενεστώτα μετοχή
refraining
απλός αόριστος
refrained
παθητική μετοχή
refrained
Παραδείγματα
Despite the urge to argue, she will refrain from responding to the critical comments.
Παρά την παρόρμηση να διαφωνήσει, θα αποφύγει να απαντήσει στις κριτικές παρατηρήσεις.
Refrain
01
ρεφρέν
a repeated line or phrase in a poem or song, typically at the end of each stanza or verse
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
refrains
Παραδείγματα
The song's catchy refrain stayed in my head all day.
Το κολλητικό ρεφρέν του τραγουδιού έμεινε στο κεφάλι μου όλη μέρα.



























