reformist
re
ri
for
ˈfɔ:
faw
mist
mɪst
mist
reforest

Ορισμός και σημασία του "reformist"στα αγγλικά

01

μεταρρυθμιστής, υποστηρικτής της μεταρρύθμισης

a disputant who advocates reform 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
reformists
01

μεταρρυθμιστικός, προοδευτικός

supporting or promoting changes to improve existing systems, often through government action 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
υπερθετικός βαθμός
most reformist
συγκριτικός βαθμός
more reformist
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
politics, ideology, change
Παραδείγματα
The party has a reformist agenda. 

Το κόμμα έχει μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

reformist
reform
form
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store