reformist
Pronunciation
/ɹɪˈfɔɹmɪst/

Ορισμός και σημασία του "reformist"στα αγγλικά

01

μεταρρυθμιστής, υποστηρικτής της μεταρρύθμισης

a disputant who advocates reform
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
reformists
01

μεταρρυθμιστικός, προοδευτικός

supporting or promoting changes to improve existing systems, often through government action
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
υπερθετικός βαθμός
most reformist
συγκριτικός βαθμός
more reformist
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The government adopted reformist measures to reduce corruption.
Η κυβέρνηση υιοθέτησε μεταρρυθμιστικά μέτρα για τη μείωση της διαφθοράς.

Λεξικό Δέντρο

reformist
reform
form
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store