to refract
ref
ˈrɪf
ριφ
ract
rækt
ραικτ
retract

Ορισμός και σημασία του "refract"στα αγγλικά

to refract
01

διαθλώ, καθορίζω τη διαθλαστική ισχύ (ενός φακού)

determine the refracting power of (a lens) 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
refract
γ΄ ενικό πρόσωπο
refracts
ενεστώτα μετοχή
refracting
απλός αόριστος
refracted
παθητική μετοχή
refracted
02

διαθλώ, εκτρέπω

(of physics) to change the direction of light, sound, or energy when it passes through something 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

refractive
refractivity
refractory
refract
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store