Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to refract
01
διαθλώ, καθορίζω τη διαθλαστική ισχύ (ενός φακού)
determine the refracting power of (a lens)
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
refract
γ΄ ενικό πρόσωπο
refracts
ενεστώτα μετοχή
refracting
απλός αόριστος
refracted
παθητική μετοχή
refracted
02
διαθλώ, εκτρέπω
(of physics) to change the direction of light, sound, or energy when it passes through something
Λεξικό Δέντρο
refractive
refractivity
refractory
refract



























