Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to redden
01
κοκκινίζω
to become red, often in response to emotions like embarrassment, shame, or surprise
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
redden
γ΄ ενικό πρόσωπο
reddens
ενεστώτα μετοχή
reddening
απλός αόριστος
reddened
παθητική μετοχή
reddened
Παραδείγματα
His face began to redden when he realized he was late for the meeting.
Το πρόσωπό του άρχισε να κοκκινίζει όταν συνειδητοποίησε ότι άργησε για τη συνάντηση.
02
κοκκινίζω, γίνομαι κόκκινος
to change or turn red in color
Intransitive
Παραδείγματα
The sky began to redden as the sun dipped below the horizon.
Ο ουρανός άρχισε να κοκκινίζει καθώς ο ήλιος βυθίστηκε κάτω από τον ορίζοντα.
03
κοκκινίζω, βάφω κόκκινο
to cause something to turn red
Transitive: to redden sth
Παραδείγματα
The setting sun began to redden the sky with its warm glow.
Ο ηλιοβασιλέματος άρχισε να κοκκινίζει τον ουρανό με τη ζεστή του λάμψη.



























