Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Redd
01
φωλιά γονιμοποίησης, θέση γονιμοποίησης
a spawning nest created by salmonids, such as salmon or trout, in gravel-bottomed streams or rivers
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
redds
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
reddish
redd



























