recreant
rec
ˈrɛk
rek
reant
riənt
riēnt
recusant

Ορισμός και σημασία του "recreant"στα αγγλικά

01

δειλός, φυγόπονος

an abject coward 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
recreants
02

αποστάτης, προδότης

a disloyal person who betrays or deserts his cause or religion or political party or friend etc. 
01

δειλός, φυγόπονος

devoid of even the smallest trace of bravery or courage 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most recreant
συγκριτικός βαθμός
more recreant
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The recreant knight fled the battlefield, abandoning his comrades. 

Ο δειλός ιππότης έφυγε από το πεδίο της μάχης, εγκαταλείποντας τους συντρόφους του.

02

δειλός, αποστάτης

having deserted a cause or principle 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store