craven
cra
ˈkreɪ
krei
ven
vən
vēn
carven

Ορισμός και σημασία του "craven"στα αγγλικά

01

δειλός, φυγόπονος

not having even the smallest amount of courage 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most craven
συγκριτικός βαθμός
more craven
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The knight's craven behavior shocked the kingdom, as he fled the battlefield leaving his comrades behind. 

Η δειλή συμπεριφορά του ιππότη σόκαρε το βασίλειο, καθώς έφυγε από το πεδίο της μάχης αφήνοντας πίσω τους συντρόφους του.

01

δειλός, δειλοψυχία

a person who is contemptibly lacking in courage 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
cravens
Παραδείγματα
History remembers him not as a hero, but as a craven who surrendered his troops without a fight. 

Η ιστορία τον θυμάται όχι ως ήρωα, αλλά ως δειλό που παρέδωσε τα στρατεύματά του χωρίς μάχη.

Λεξικό Δέντρο

cravenness
craven
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store