Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
craven
01
δειλός, φυγόπονος
not having even the smallest amount of courage
Παραδείγματα
He was labeled craven after he backed out of the challenge at the last minute.
Τον χαρακτήρισαν δειλό αφού παραιτήθηκε από την πρόκληση την τελευταία στιγμή.
Craven
01
δειλός, δειλοψυχία
a person who is contemptibly lacking in courage
Παραδείγματα
The king 's advisors were a group of cravens who would never dare to tell him the truth.
Οι σύμβουλοι του βασιλιά ήταν μια ομάδα δειλών που ποτέ δεν θα τόλμαγαν να του πουν την αλήθεια.



























