recreation
Pronunciation
/ˌɹɛkɹiˈeɪʃən/

Ορισμός και σημασία του "recreation"στα αγγλικά

01

ψυχαγωγία, αναψυχή

things done in one's free time for pleasure or enjoyment
recreation definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The park provides a space for outdoor recreation like picnicking and playing sports.
Το πάρκο παρέχει χώρο για αναψυχή σε εξωτερικούς χώρους, όπως πικνίκ και αθλήματα.
02

αναπαραγωγή, ανακατασκευή

the process of making or producing something again
Παραδείγματα
Digital tools allow the recreation of lost artworks.
Τα ψηφιακά εργαλεία επιτρέπουν την αναδημιουργία χαμένων έργων τέχνης.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store