Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Recreation
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
The community center offers various recreation programs for all ages.
Το κοινοτικό κέντρο προσφέρει διάφορα προγράμματα ψυχαγωγίας για όλες τις ηλικίες.
02
αναπαραγωγή, ανακατασκευή
the process of making or producing something again
Παραδείγματα
The museum focused on the recreation of historical artifacts.
Το μουσείο επικεντρώθηκε στην αναπαραγωγή ιστορικών τεχνουργημάτων.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
recreational
recreation
creation
create



























