Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Rabbit hole
01
τρύπα του κουνελιού, λαβύρινθος χωρίς έξοδο
a situation marked by complexity, confusion, or strangeness, which is often difficult to escape from
ιδιωματισμός
ανεπίσημο
Παραδείγματα
The more we investigated, the deeper the rabbit hole became.
Ας αποφύγουμε αυτή τη συγκεκριμένη τρύπα του κουνελιού και ας εξετάσουμε ένα ευρύτερο και πιο ανησυχητικό σημείο.
02
απορροφητικό θέμα, κάτι που σε τραβάει μέσα
something that a person finds so interesting that they cannot let go of it
Παραδείγματα
Ancient history became a rabbit hole for him.
Η αρχαία ιστορία έγινε για εκείνον απορροφητικό θέμα.
03
τρύπα κουνελιού, φωλιά κουνελιού
a small hole or tunnel in the ground that is dug by rabbits and used as a burrow or shelter
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
rabbit holes
Παραδείγματα
He broke his ankle when his foot got caught in a rabbit hole.
Σπάστηκε τον αστράγαλο όταν το πόδι του παγιδεύτηκε σε μια τρύπα κουνελιού.



























