Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
putrid
01
σαθρός, σάπιος
breaking down and rotting, typically referring to organic material
Παραδείγματα
After days in the sun, the putrid remains of the roadkill were impossible to ignore.
Μετά από μέρες στον ήλιο, τα σαθρά απομεινάρια του ζώου που χτυπήθηκε στο δρόμο ήταν αδύνατο να αγνοηθούν.
Παραδείγματα
The putrid ideology behind the oppressive regime fostered widespread suffering and injustice.
Η σαθρή ιδεολογία πίσω από το καταπιεστικό καθεστώς τροφοδότησε ευρεία δυστυχία και αδικία.
Λεξικό Δέντρο
putridness
putrid



























