putrid
put
ˈpju:t
pyoot
rid
rɪd
rid

Ορισμός και σημασία του "putrid"στα αγγλικά

01

σαθρός, σάπιος

breaking down and rotting, typically referring to organic material 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most putrid
συγκριτικός βαθμός
more putrid
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She disposed of the putrid leftovers from the refrigerator. 

Απέτυχε τα σαπισμένα υπολείμματα από το ψυγείο.

02

σαθρός, διεφθαρμένος

deeply immoral or corrupt, showing extreme wickedness 
Παραδείγματα
The putrid deeds of the politician were shocking and betrayed the public's trust. 

Οι σαπισμένες πράξεις του πολιτικού ήταν σοκαριστικές και προδώσαν την εμπιστοσύνη του κοινού.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store