Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to putrefy
01
σαπίζω, αποσυντίθεμαι
to rot and produce a bad smell as organic matter breaks down over time
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
putrefy
γ΄ ενικό πρόσωπο
putrefies
ενεστώτα μετοχή
putrefying
απλός αόριστος
putrefied
παθητική μετοχή
putrefied
Παραδείγματα
Without proper disposal, organic waste can putrefy and emit unpleasant odors.
Χωρίς σωστή απόρριψη, τα οργανικά απόβλητα μπορούν να σαπίσουν και να εκπέμπουν δυσάρεστες οσμές.
Λεξικό Δέντρο
putrefiable
putrefy



























