to putrefy
put
ˈpju:t
pyoot
re
ri
fy
faɪ
fai

Ορισμός και σημασία του "putrefy"στα αγγλικά

to putrefy
01

σαπίζω, αποσυντίθεμαι

to rot and produce a bad smell as organic matter breaks down over time 
Intransitive
to putrefy definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
putrefy
γ΄ ενικό πρόσωπο
putrefies
ενεστώτα μετοχή
putrefying
απλός αόριστος
putrefied
παθητική μετοχή
putrefied
Παραδείγματα
Without proper disposal, organic waste can putrefy and emit unpleasant odors. 

Χωρίς σωστή απόρριψη, τα οργανικά απόβλητα μπορούν να σαπίσουν και να εκπέμπουν δυσάρεστες οσμές.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store