to put out
put
pʊt
poot
out
aʊt
awt
putout

Ορισμός και σημασία του "put out"στα αγγλικά

to put out
01

σβήνω, κατασβήνω

to make something stop burning or shining 
to put out definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
out
βασικό ρήμα
put
ενεστώτας
put out
γ΄ ενικό πρόσωπο
puts out
ενεστώτα μετοχή
putting out
απλός αόριστος
put out
παθητική μετοχή
put out
Παραδείγματα
Please put out the campfire before leaving the site. 

Παρακαλώ σβήστε τη φωτιά πριν φύγετε από τον χώρο.

02

ενοχλώ, δυσκολεύω

to make things difficult for someone 
Παραδείγματα
She wasn't put out by the change in plans. 

Δεν ενοχλήθηκε από την αλλαγή των σχεδίων.

03

τείνω, προβάλλω

to extend a part of body or an object from its usual position, often for a specific purpose or function 
Παραδείγματα
She put out her hand to shake his. 

Έτεινε το χέρι της για να σφίξει το δικό του.

04

προσπαθώ, κάνω προσπάθεια

to make a significant effort 
Παραδείγματα
She really put out to make the event a success. 

Πραγματικά έκανε προσπάθεια για να κάνει την εκδήλωση επιτυχία.

05

αναισθητοποιώ, ναρκώνω

to make someone unconscious using drugs or an anesthetic 
Παραδείγματα
It took longer than expected to put him out due to his resistance to the medication. 

Χρειάστηκε περισσότερος χρόνος από το αναμενόμενο για να απενεργοποιηθεί λόγω της αντοχής του στο φάρμακο.

06

κυκλοφορώ, δημοσιεύω

to produce and release something for public distribution or sale 
Παραδείγματα
The band is planning to put out a new album next month. 

Το συγκρότημα σχεδιάζει να κυκλοφορήσει ένα νέο άλμπουμ τον επόμενο μήνα.

07

συνταξιοδοτώ, αφήνω τη θέση

to stop working after reaching retirement age or for other reasons 
Παραδείγματα
He plans to put out of his position next year and travel the world. 

Σχεδιάζει να συνταξιοδοτηθεί το επόμενο έτος και να ταξιδέψει σε όλο τον κόσμο.

08

εξοντώνω, απομακρύνω

(of baseball) to cause a player to be out during a fielding play 
Παραδείγματα
The shortstop put the runner out at second base. 

Ο σορτστόπ έβγαλε έξω τον δρομέα στη δεύτερη βάση.

09

κοιμάμαι με, δίνω

to engage in sexual activity or to express a willingness to do so 
Παραδείγματα
The conversation about when to put out in a relationship is an important one for establishing mutual understanding. 

Η συζήτηση για το πότε να κάνεις σεξ σε μια σχέση είναι σημαντική για τη δημιουργία αμοιβαίας κατανόησης.

10

εξαρθρώνω, παραμορφώνω

to dislocate a bone from its normal position 
Παραδείγματα
The accident put his shoulder out of joint, and he needed medical attention. 

Το ατύχημα έβγαλε τον ώμο του από την άρθρωση, και χρειαζόταν ιατρική περίθαλψη.

11

βγάζω έξω, τοποθετώ έξω

to place one's trash or recycling outside for the garbage truck to take away 
Παραδείγματα
She put the bags of leaves out in the morning for yard waste pickup. 

Έβαλε έξω τις σακούλες με τα φύλλα το πρωί για την παραλαβή των απορριμμάτων αυλής.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store