Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
purposeless
01
άσκοπος, χωρίς νόημα
lacking a meaningful aim
Παραδείγματα
The purposeless nature of the task made it hard to stay motivated.
Η άσκοπη φύση της εργασίας έκανε δύσκολο να παραμείνει κανείς με κίνητρο.
Παραδείγματα
The unnecessary complexity in the new policy was seen as purposeless by the employees, who preferred simplicity.
Η αχρείαστη πολυπλοκότητα της νέας πολιτικής θεωρήθηκε άσκοπη από τους εργαζόμενους, που προτιμούσαν την απλότητα.
Λεξικό Δέντρο
purposelessly
purposelessness
purposeless
purpose



























