protracted
prot
ˈprət
prēt
rac
ræk
rāk
ted
tɪd
tid
protected

Ορισμός και σημασία του "protracted"στα αγγλικά

protracted
01

παρατεταμένος, ατελείωτος

lasting for a longer time than necessary 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most protracted
συγκριτικός βαθμός
more protracted
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The protracted negotiations delayed the project's start by several months. 

Οι παρατεταμένες διαπραγματεύσεις καθυστέρησαν την έναρξη του έργου για αρκετούς μήνες.

Λεξικό Δέντρο

protractedly
protracted
protract
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store