elongated
e
ɪ
i
lon
ˈlɒn
lon
ga
geɪ
gei
ted
tɪd
tid

Ορισμός και σημασία του "elongated"στα αγγλικά

01

επιμήκης, τεντωμένος

long and thin, often more than expected or typical 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most elongated
συγκριτικός βαθμός
more elongated
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The elongated leaves of the palm tree swayed gracefully in the breeze. 

Τα επιμήκη φύλλα του φοίνικα κουνιούνταν με χάρη στο αεράκι.

02

επιμηκυμένος, παρατεταμένος

made longer in duration 
Παραδείγματα
Her elongated explanation of the process made the complex topic easier to understand for everyone. 

Η επιμήκυνση της εξήγησής της για τη διαδικασία έκανε το περίπλοκο θέμα πιο κατανοητό για όλους.

Λεξικό Δέντρο

elongated
elongate
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store