drawn-out
drawn
drɔ:n
drawn
out
aʊt
awt

Ορισμός και σημασία του "drawn-out"στα αγγλικά

01

παρατεταμένος, ατελείωτος

prolonged or extended longer than expected or necessary 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most drawn-out
συγκριτικός βαθμός
more drawn-out
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The meeting became a drawn-out affair, stretching well past its scheduled end time. 

Η συνάντηση έγινε μια παρατεταμένη υπόθεση, που κράτησε πολύ πέρα από τον προγραμματισμένο χρόνο λήξης της.

02

παρατεταμένος, επιμηκυμένος

spoken in a slow, extended manner, often for emphasis or effect 
Παραδείγματα
She gave a drawn-out sigh of relief. 

Έβγαλε ένα παρατεταμένο αναστεναγμό ανακούφισης.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store