Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
drawn-out
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most drawn-out
συγκριτικός βαθμός
more drawn-out
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The meeting became a drawn-out affair, stretching well past its scheduled end time.
Η συνάντηση έγινε μια παρατεταμένη υπόθεση, που κράτησε πολύ πέρα από τον προγραμματισμένο χρόνο λήξης της.
02
παρατεταμένος, επιμηκυμένος
spoken in a slow, extended manner, often for emphasis or effect
Παραδείγματα
She gave a drawn-out sigh of relief.
Έβγαλε ένα παρατεταμένο αναστεναγμό ανακούφισης.



























