drawn
drawn
drɔ:n
drawn
draindrown

Ορισμός και σημασία του "drawn"στα αγγλικά

01

κουρασμένος, ωχρός

looking ill, anxious, pale, or starved 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most drawn
συγκριτικός βαθμός
more drawn
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
appearance, health, emotion
02

κλειστό, τραβηγμένο

having the curtains or draperies closed or pulled shut 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

indrawn
undrawn
drawn
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store