drawn
Pronunciation
/ˈdɹɔn/

Ορισμός και σημασία του "drawn"στα αγγλικά

01

κουρασμένος, ωχρός

looking ill, anxious, pale, or starved
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most drawn
συγκριτικός βαθμός
more drawn
διαβαθμίσιμο
02

κλειστό, τραβηγμένο

having the curtains or draperies closed or pulled shut
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store