Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
drawn
01
κουρασμένος, ωχρός
looking ill, anxious, pale, or starved
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most drawn
συγκριτικός βαθμός
more drawn
διαβαθμίσιμο
02
κλειστό, τραβηγμένο
having the curtains or draperies closed or pulled shut
Λεξικό Δέντρο
indrawn
undrawn
drawn



























