Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to prohibit
01
απαγορεύω, αναστέλλω
to formally forbid something from being done, particularly by law
Transitive: to prohibit an action
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
prohibit
γ΄ ενικό πρόσωπο
prohibits
ενεστώτα μετοχή
prohibiting
απλός αόριστος
prohibited
παθητική μετοχή
prohibited
Παραδείγματα
The city council passed a law to prohibit the use of fireworks within city limits.
Το δημοτικό συμβούλιο ψήφισε έναν νόμο για να απαγορεύσει τη χρήση πυροτεχνημάτων στα όρια της πόλης.
Λεξικό Δέντρο
prohibited
prohibition
prohibitive
prohibit



























