Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to prohibit
01
απαγορεύω, αναστέλλω
to formally forbid something from being done, particularly by law
Transitive: to prohibit an action
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
prohibit
γ΄ ενικό πρόσωπο
prohibits
ενεστώτα μετοχή
prohibiting
απλός αόριστος
prohibited
παθητική μετοχή
prohibited
Παραδείγματα
The regulations prohibit parking in front of fire hydrants to ensure easy access for emergency vehicles.
Οι κανονισμοί απαγορεύουν τη στάθμευση μπροστά από τους πυροσβεστικούς κρουνους για να εξασφαλιστεί εύκολη πρόσβαση για τα οχήματα έκτακτης ανάγκης.
Λεξικό Δέντρο
prohibited
prohibition
prohibitive
prohibit



























