Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
prejudiced
01
προκατειλημμένος, μεροληπτικός
holding opinions or judgments influenced by personal bias rather than objective reasoning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most prejudiced
συγκριτικός βαθμός
more prejudiced
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Courts must avoid prejudiced rulings to ensure justice.
Τα δικαστήρια πρέπει να αποφεύγουν προκατειλημμένες αποφάσεις για να εξασφαλίσουν τη δικαιοσύνη.
Λεξικό Δέντρο
unprejudiced
prejudiced
prejudice



























