prelude
pre
ˈprɛ
pre
lude
lju:d
lyood
preclude

Ορισμός και σημασία του "prelude"στα αγγλικά

01

πρελούδιο, εισαγωγή

a thing that comes before and introduces a more important event or action 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
preludes
Παραδείγματα
The sudden drop in stock prices was seen as a prelude to the economic recession. 

Η απότομη πτώση των τιμών των μετοχών θεωρήθηκε ως προοίμιο της οικονομικής ύφεσης.

02

πρελούδιο

a short section of a musical performance such as a fugue, opera, suite, etc. that introduces the main theme or subject 
to prelude
01

παίζω ως πρελούδιο, πρελουδιάζω

play as a prelude 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
prelude
γ΄ ενικό πρόσωπο
preludes
ενεστώτα μετοχή
preluding
απλός αόριστος
preluded
παθητική μετοχή
preluded
02

λειτουργεί ως προοίμιο για, αποτελεί προοίμιο για

serve as a prelude or opening to 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store