Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Prelude
01
πρελούδιο, εισαγωγή
a thing that comes before and introduces a more important event or action
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
preludes
Παραδείγματα
A light rain shower served as a prelude to the approaching thunderstorm.
Μια ελαφριά βροχή χρησίμευσε ως προοίμιο για την επερχόμενη καταιγίδα.
02
πρελούδιο
a short section of a musical performance such as a fugue, opera, suite, etc. that introduces the main theme or subject
to prelude
01
παίζω ως πρελούδιο, πρελουδιάζω
play as a prelude
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
prelude
γ΄ ενικό πρόσωπο
preludes
ενεστώτα μετοχή
preluding
απλός αόριστος
preluded
παθητική μετοχή
preluded
02
λειτουργεί ως προοίμιο για, αποτελεί προοίμιο για
serve as a prelude or opening to



























