Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
prehistoric
01
προϊστορικός, προϊστορική
relating or belonging to the time before history was recorded
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Archaeologists discovered prehistoric artifacts in the cave.
Οι αρχαιολόγοι ανακάλυψαν προϊστορικά αντικείμενα στη σπηλιά.
02
προϊστορικός, προ-ιστορικός
referring to a stage in the development of a language for which no written records of its sounds or forms have survived
Παραδείγματα
Linguists study prehistoric languages by comparing their descendants to reconstruct lost forms.
Οι γλωσσολόγοι μελετούν προϊστορικές γλώσσες συγκρίνοντας τους απογόνους τους για να ανακατασκευάσουν χαμένες μορφές.
ανεπίσημο
Παραδείγματα
His cellphone is so prehistoric, it doesn’t even have a touch screen.
Το κινητό του είναι τόσο προϊστορικό που δεν έχει ούτε οθόνη αφής.
Λεξικό Δέντρο
prehistoric
historic
history



























