prehension
Pronunciation
/pɹɪhˈɛnʃən/

Ορισμός και σημασία του "prehension"στα αγγλικά

01

η πιασιά, η σύλληψη

the action of grasping or seizing something tightly with the hands or tentacles
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The child 's prehension skills developed rapidly during his toddler years, allowing him to grasp objects and tools with increasing precision.
Οι δεξιότητες πιάσματος του παιδιού αναπτύχθηκαν γρήγορα κατά τα χρόνια του νηπίου, επιτρέποντάς του να πιάνει αντικείμενα και εργαλεία με αυξανόμενη ακρίβεια.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store