Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Prehistory
01
προϊστορία, προϊστορικοί χρόνοι
the era in human history from which we have no written record
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
prehistory
history



























