to preempt
preempt
pri:ɛmpt
priempt
pre-empt
preëmpt

Ορισμός και σημασία του "preempt"στα αγγλικά

to preempt
01

προλαμβάνω, αποτρέπω

to render a plan or action ineffective or unnecessary by doing something before it happens 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
preempt
γ΄ ενικό πρόσωπο
preempts
ενεστώτα μετοχή
preempting
απλός αόριστος
preempted
παθητική μετοχή
preempted
Παραδείγματα
The manager preempted the competitors by launching the product early. 

Ο διαχειριστής προέλαβε τους ανταγωνιστές κυκλοφορώντας το προϊόν νωρίτερα.

02

κάνω προληπτική προσφορά, προλαμβάνω

to make a high-level opening bid in bridge to disrupt opponents' bidding strategies, typically with a weak hand but a long suit 
Παραδείγματα
She decided to preempt with a three-diamond bid to block the opponents. 

Αποφάσισε να προληφθεί με μια προσφορά τριών διαμαντιών για να μπλοκάρει τους αντιπάλους.

03

αποκτώ με προτεραιότητα, ασκώ το δικαίωμα προτίμησης

to claim or purchase land or property before others, often through legal or governmental privilege 
Παραδείγματα
Settlers could preempt public land under the 1841 Act. 

Οι άποικοι μπορούσαν να προασπίζονται δημόσιες εκτάσεις βάσει του Νόμου του 1841.

01

προληπτική προσφορά, προέμβαση

a high-level opening bid made with a weak hand and a long suit, intended to disrupt the opponents' bidding space 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
preempts
Παραδείγματα
Her preempt at 3♦ made it difficult for the opponents to find their spade fit. 

Το preempt της στα 3♦ έκανε δύσκολο για τους αντιπάλους να βρουν το fit τους στα σπαθιά.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store