Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to pour out
01
ξερνώ, εκφράζω ανοιχτά
to freely express one's deep emotions, thoughts, or feelings
Transitive: to pour out one's emotions or thoughts
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
out
βασικό ρήμα
pour
ενεστώτας
pour out
γ΄ ενικό πρόσωπο
pours out
ενεστώτα μετοχή
pouring out
απλός αόριστος
poured out
παθητική μετοχή
poured out
Παραδείγματα
She called her best friend to pour out her sorrows after the breakup.
Τηλεφώνησε στην καλύτερή της φίλη για να χύσει τις θλίψεις της μετά το χωρισμό.
02
χύνω, μεταφέρω
to transfer a liquid from one container to another
Transitive: to pour out a liquid
Παραδείγματα
She poured the milk out into the glass.
Έριξε το γάλα στο ποτήρι.
03
ξεχύνομαι, καταφεύγω βιαστικά
to leave a place hastily and in large groups
Intransitive: to pour out of a place
Παραδείγματα
Students poured out of the school when the bell rang.
Οι μαθητές ξεχύθηκαν από το σχολείο όταν χτύπησε το κουδούνι.
pour out
01
χαρακτηρίζεται από αντίθετα άκρα, εντελώς αντίθετο
characterized by opposite extremes; completely opposed
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most pour out
συγκριτικός βαθμός
more pour out
διαβαθμίσιμο



























