pourable
pourable
'pɔ:rəbəl
pawrēbēl
portable

Ορισμός και σημασία του "pourable"στα αγγλικά

01

χύσιμος, ρευστός

able to flow smoothly from one container to another without sticking or breaking apart 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most pourable
συγκριτικός βαθμός
more pourable
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
consistency, liquids, materials
Παραδείγματα
The sauce is thick but still pourable. 

Η σάλτσα είναι πηχτή αλλά ακόμα χύσιμη.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

pourable
pour
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store