Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
pourable
01
χύσιμος, ρευστός
able to flow smoothly from one container to another without sticking or breaking apart
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most pourable
συγκριτικός βαθμός
more pourable
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
He stirred the mixture until it was pourable.
Ανακάτεψε το μίγμα μέχρι να γίνει χύσιμο.



























