Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to pout
01
σουφρώνω τα χείλη, κατσουφιάζω
to push out one's lips as an expression of displeasure, anger, or sadness
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
pout
γ΄ ενικό πρόσωπο
pouts
ενεστώτα μετοχή
pouting
απλός αόριστος
pouted
παθητική μετοχή
pouted
Παραδείγματα
Unhappy about the decision, she pouted and crossed her arms.
Δυσαρεστημένη με την απόφαση, σκύθισε και σταύρωσε τα χέρια της.
02
συνοφρυώνομαι, κάνω χείλη
to remain silent in a sulky or moody way
Intransitive
Παραδείγματα
He refused to talk, pouting after hearing the bad news.
Αρνήθηκε να μιλήσει, κατσούφιασε αφού άκουσε τα κακά νέα.
Pout
01
σουφρωμένο στόμα, γκρινιά
a facial expression with lips pushed forward, often showing displeasure, annoyance, or disdain
Παραδείγματα
He gave a pout of disapproval before walking away.
Έκανε ένα σουφρωμένο πρόσωπο αποδοκιμασίας πριν φύγει.
02
γατόψαρο, γλύκια
a small catfish species found in the eastern U.S
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
pouts
Παραδείγματα
Conservationists monitor pout habitats to ensure healthy ecosystems.
Οι οικολόγος παρακολουθούν τα οικοτόπια του μικρού γατόψαρου για να διασφαλίσουν υγιή οικοσυστήματα.
03
γκρίζος μπακαλιάρος, βόρειος γκρίζος μπακαλιάρος
eellike, mostly bottom-dwelling fish found in northern seas
Παραδείγματα
Fishermen identify pouts by their distinctive head shape.
Οι ψαράδες αναγνωρίζουν τα γαϊδουρόψαρα από το χαρακτηριστικό σχήμα του κεφαλιού τους.



























