Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Pouter
01
συνοφρυωμένος, βλοσυρός
someone with a habitually sullen or gloomy expression
02
περιστέρι που φουσκώνει το στήθος του, ράτσα περιστεριού με φουσκωμένο στήθος
one of a breed of pigeon that enlarge their crop until their breast is puffed out
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
pouters
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
pouter
pout



























