pouter
Pronunciation
/ˈpaʊtɝ/

Ορισμός και σημασία του "pouter"στα αγγλικά

01

συνοφρυωμένος, βλοσυρός

someone with a habitually sullen or gloomy expression
pouter definition and meaning
02

περιστέρι που φουσκώνει το στήθος του, ράτσα περιστεριού με φουσκωμένο στήθος

one of a breed of pigeon that enlarge their crop until their breast is puffed out
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
pouters
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store