plentitude
plen
ˈplɛn
πλεν
ti
τι
tude
ˌtu:d
τουντ
/plˈɛntɪtjˌuːd/

Ορισμός και σημασία του "plentitude"στα αγγλικά

01

αφθονία, πληρότητα

the state of having a large or sufficient amount of something
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
His speech reflected a plenitude of confidence and knowledge.
Η ομιλία του αντανακλούσε μια αφθονία αυτοπεποίθησης και γνώσης.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store