Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Plentitude
01
αφθονία, πληρότητα
the state of having a large or sufficient amount of something
Παραδείγματα
His speech reflected a plenitude of confidence and knowledge.
Η ομιλία του αντανακλούσε μια αφθονία αυτοπεποίθησης και γνώσης.



























