plentitude
plen
ˈplɛn
πλεν
ti
τι
tude
tju:d
τγουντ
plenitudeplatitude

Ορισμός και σημασία του "plentitude"στα αγγλικά

01

αφθονία, πληρότητα

the state of having a large or sufficient amount of something 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
plentitudes
Παραδείγματα
The garden was a place of color and plenitude in the spring. 

Ο κήπος ήταν ένας τόπος χρώματος και αφθονίας την άνοιξη.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store