Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
plenary
01
πλήρης, ολοκληρωμένος
complete in every respect
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most plenary
συγκριτικός βαθμός
more plenary
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
scope, completeness, extent
Παραδείγματα
The artist's mastery of various mediums was evident in the plenary range of artworks on display at the gallery.
Η κυριαρχία του καλλιτέχνη σε διάφορα μέσα ήταν εμφανής στην πλήρη γκάμα των έργων τέχνης που εκτίθενται στην γκαλερί.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
plenarily
plenary
plenar



























