Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Plentifulness
01
αφθονία, περιουσία
the quality or state of being present in large amounts
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The plentifulness of water in the region supports thriving agriculture.
Η αφθονία του νερού στην περιοχή υποστηρίζει την ανθητή γεωργία.
Λεξικό Δέντρο
plentifulness
plentiful
plenty



























