Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Plentifulness
01
αφθονία, περιουσία
the quality or state of being present in large amounts
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The plentifulness of opportunities made it a great place to start a career.
Η αφθονία των ευκαιριών το έκανε ένα υπέροχο μέρος για να ξεκινήσει κανείς μια καριέρα.
Λεξικό Δέντρο
plentifulness
plentiful
plenty



























