plentifulness
plen
ˈplɛn
plen
ti
ti
ful
fəl
fēl
ness
nəs
nēs

Ορισμός και σημασία του "plentifulness"στα αγγλικά

01

αφθονία, περιουσία

the quality or state of being present in large amounts 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The plentifulness of water in the region supports thriving agriculture. 

Η αφθονία του νερού στην περιοχή υποστηρίζει την ανθητή γεωργία.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store