Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Plenteousness
01
αφθονία, περιουσία
the state or quality of being abundant
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The plenteousness of the harvest ensured that no one went hungry.
Η αφθονία της σοδειάς εξασφάλισε ότι κανείς δεν πείνασε.
Λεξικό Δέντρο
plenteousness
plenteous



























