Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Plenteousness
01
αφθονία, περιουσία
the state or quality of being abundant
Παραδείγματα
In his speech, he praised the plenteousness of nature's gifts.
Στην ομιλία του, επαίνεσε την αφθονία των δώρων της φύσης.
Λεξικό Δέντρο
plenteousness
plenteous



























