plenteousness
plen
ˈplɛn
plen
teous
tiəs
tiēs
ness
nɪs
nis

Ορισμός και σημασία του "plenteousness"στα αγγλικά

01

αφθονία, περιουσία

the state or quality of being abundant 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
The plenteousness of the harvest ensured that no one went hungry. 

Η αφθονία της σοδειάς εξασφάλισε ότι κανείς δεν πείνασε.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

plenteousness
plenteous
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store