Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Penance
01
μετάνοια, εξιλέωση
a punishment imposed by a priest or oneself in order to express regret for the sins committed
Παραδείγματα
The ritual required penance through silence and reflection.
Το τελετουργικό απαιτούσε μετάνοια μέσω της σιωπής και της προβληματιστικής σκέψης.
02
μετάνοια, τανίαση
a feeling of regret for one's past actions
Παραδείγματα
The feeling of penance was so strong that he could hardly bear to face those he had wronged.
Το αίσθημα της μετάνοιας ήταν τόσο δυνατό που μόλις και μετά βίας μπορούσε να αντιμετωπίσει εκείνους που είχε αδικήσει.
03
μετάνοια, εξιλέωση
voluntary suffering or inconvenience accepted as an apology or to make amends
Παραδείγματα
His penance for the wrong he had done involved writing letters of apology to those he hurt.
Η μετάνοιά του για το κακό που είχε κάνει περιλάμβανε τη σύνταξη επιστολών συγγνώμης σε εκείνους που είχε πληγώσει.



























