Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to pee
01
κατουράω, ουρώ
to release liquid waste from the body
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
pee
γ΄ ενικό πρόσωπο
pees
ενεστώτα μετοχή
peeing
απλός αόριστος
peed
παθητική μετοχή
peed
Παραδείγματα
After a long road trip, I had to find a restroom to pee.
Μετά από ένα μακρύ ταξίδι, έπρεπε να βρω μια τουαλέτα για να κατουρήσω.
Pee
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
pees
Παραδείγματα
He quickly ran to the restroom for a pee before the movie started.
Έτρεξε γρήγορα στην τουαλέτα για να κατουρήσει πριν ξεκινήσει η ταινία.
Παραδείγματα
The child accidentally spilled some pee while trying to change their diaper.
Το παιδί χύθηκε κατά λάθος λίγο κατούρημα ενώ προσπαθούσε να αλλάξει τη πάνα του.



























