Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to pee
01
κατουράω, ουρώ
to release liquid waste from the body
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
pee
γ΄ ενικό πρόσωπο
pees
ενεστώτα μετοχή
peeing
απλός αόριστος
peed
παθητική μετοχή
peed
Παραδείγματα
He peed behind the bushes during the camping trip.
Κατούρησε πίσω από τους θάμνους κατά τη διάρκεια της κατασκήνωσης.
Pee
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
pees
Παραδείγματα
She reminded the kids to go for a pee before the long drive.
Υπενθύμισε στα παιδιά να πάνε να κατουρήσουν πριν από το μεγάλο ταξίδι.
Παραδείγματα
The doctor asked for a pee sample to test for any potential health issues.
Ο γιατρός ζήτησε ένα δείγμα ούρων για να ελέγξει για πιθανά προβλήματα υγείας.



























