to pee
Pronunciation
/ˈpi/

Ορισμός και σημασία του "pee"στα αγγλικά

to pee
01

κατουράω, ουρώ

to release liquid waste from the body
Intransitive
to pee definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
pee
γ΄ ενικό πρόσωπο
pees
ενεστώτα μετοχή
peeing
απλός αόριστος
peed
παθητική μετοχή
peed
Παραδείγματα
He peed behind the bushes during the camping trip.
Κατούρησε πίσω από τους θάμνους κατά τη διάρκεια της κατασκήνωσης.
01

κατούρημα, τσίσα

a casual term for the act of urination
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
pees
Παραδείγματα
She reminded the kids to go for a pee before the long drive.
Υπενθύμισε στα παιδιά να πάνε να κατουρήσουν πριν από το μεγάλο ταξίδι.
02

κατούρημα, ούρα

the liquid waste excreted from the body through urination, commonly used in informal language
Παραδείγματα
The doctor asked for a pee sample to test for any potential health issues.
Ο γιατρός ζήτησε ένα δείγμα ούρων για να ελέγξει για πιθανά προβλήματα υγείας.

Λεξικό Δέντρο

peeing
pee
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store