Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
paramount
01
ανώτατος, πρωταρχικός
having the utmost importance or highest significance
Παραδείγματα
In education, providing a quality learning experience for students is paramount.
Στην εκπαίδευση, η παροχή μιας ποιοτικής εμπειρίας μάθησης για τους μαθητές είναι παραπάνω από σημαντική.
02
ανώτατος, πρωταρχικός
holding a dominant rank, authority, or influence in a particular system or hierarchy
Παραδείγματα
The paramount law in the country guarantees freedom of speech.
Ο ανώτατος νόμος στη χώρα εγγυάται την ελευθερία του λόγου.



























