paramotor
pa
ˈpæ
ra
mo
məʊ
mew
tor

Ορισμός και σημασία του "paramotor"στα αγγλικά

01

παραμότορ, μηχανοκίνητο αλεξίπτωτο ανέμου

a type of powered paraglider used in adventure sports like paramotoring and powered paragliding 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
paramotors
Παραδείγματα
He strapped on his paramotor and soared into the sky with a gentle hum of the engine. 

Έδεσε το παραμότορ του και ανέβηκε στον ουρανό με ένα απαλό βουητό του κινητήρα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store