paranoia
pa
ˌpæ
ra
noia
ˈnɔɪə
noye
metanoiacherimoyasequoiakabaragoya

Ορισμός και σημασία του "paranoia"στα αγγλικά

01

παράνοια, παθολογική καχυποψία

an unreasonable and persistent fear that others want to harm you 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
He suffered from paranoia and trusted no one. 

Υπέφερε από παράνοια και δεν εμπιστευόταν κανέναν.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store