Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
paltry
01
ασήμαντος, εξαθλιωμένος
small or meager in amount, often considered inadequate
Παραδείγματα
The donation was a paltry gesture compared to the immense need of the community affected by the disaster.
Η δωρεά ήταν μια ασήμαντη χειρονομία σε σύγκριση με την τεράστια ανάγκη της κοινότητας που επηρεάστηκε από την καταστροφή.
02
ασήμαντος, εξευτελιστικός
having little value or importance
Παραδείγματα
The government's efforts to address the issue seemed paltry compared to the scale of the problem.
Οι προσπάθειες της κυβέρνησης να αντιμετωπίσει το πρόβλημα φαίνονταν εξευτελιστικές σε σύγκριση με την κλίμακα του προβλήματος.
Λεξικό Δέντρο
paltriness
paltry



























