Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to pamper
01
καλομεταχειρίζομαι, γαλουχώ
to treat someone with extra care, attention, and comfort, often with the intention of making them feel good or relaxed
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
pamper
γ΄ ενικό πρόσωπο
pampers
ενεστώτα μετοχή
pampering
απλός αόριστος
pampered
παθητική μετοχή
pampered
Παραδείγματα
She decided to pamper herself with a relaxing spa day after a long week at work.
Αποφάσισε να καλομεταχειριστεί τον εαυτό της με μια χαλαρωτική μέρα σπα μετά από μια μακρά εβδομάδα δουλειάς.
Λεξικό Δέντρο
pampering
pampering
pamper



























