to pamper
Pronunciation
/ˈpæmpɝ/

Ορισμός και σημασία του "pamper"στα αγγλικά

to pamper
01

καλομεταχειρίζομαι, γαλουχώ

to treat someone with extra care, attention, and comfort, often with the intention of making them feel good or relaxed
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
pamper
γ΄ ενικό πρόσωπο
pampers
ενεστώτα μετοχή
pampering
απλός αόριστος
pampered
παθητική μετοχή
pampered
Παραδείγματα
After the stressful exam period, she likes to pamper her friends with homemade treats and movie nights.
Μετά την αγχωτική περίοδο των εξετάσεων, της αρέσει να καλομεταχειρίζεται τους φίλους της με σπιτικές λιχουδιές και βραδιές με ταινίες.

Λεξικό Δέντρο

pampering
pampering
pamper
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store